Η αξιολόγηση της αναπτυξιακής προτεραιότητας που δίνεται στην περιφέρεια δεν απαιτεί την ανάλυση εκτενών καταλόγων εξαγγελιών. Στην περίπτωση της Ημαθίας, η πραγματικότητα αποτυπώνεται καθαρά στην πορεία δύο εμβληματικών έργων υποδομής, τα οποία παραμένουν σε εκκρεμότητα εδώ και πολλά χρόνια: του κάθετου άξονα σύνδεσης με την Εγνατία Οδό και του Προαστιακού Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης - Βέροιας - Έδεσσας.
Ο σχεδιασμός του κάθετου άξονα Εγνατία - Βέροια - Νάουσα - Σκύδρα αποτελεί παρέμβαση πρώτης προτεραιότητας για τη διασύνδεση και την ασφάλεια των μεταφορών στην περιοχή. Το 2023 υπήρξαν επίσημες διαβεβαιώσεις ότι η μελέτη του τμήματος Εγνατία -Πατρίδα θα ολοκληρωνόταν έως τον Ιούνιο εκείνου του έτους. Ωστόσο, μόλις τον Ιανουάριο του 2026 ανακοινώθηκε ο οριστικός προσδιορισμός του σημείου σύνδεσης, για να ακολουθήσουν λίγους μήνες αργότερα δημόσιες επισημάνσεις από την τοπική αυτοδιοίκηση περί εμπαιγμού από τη διοίκηση της Εγνατίας Οδού. Τελικά, τον Απρίλιο του ίδιου έτους, η προθεσμία για την ολοκλήρωση αποκλειστικά της μελέτης (και όχι της κατασκευής) παρατάθηκε εκ νέου έως τα τέλη του 2028.
Η περίπτωση του Προαστιακού Σιδηροδρόμου αναδεικνύει ακόμα εντονότερα ζητήματα έλλειψης επιχειρησιακής συνέπειας, δεδομένου ότι η υποδομή της γραμμής υπάρχει ήδη και απαιτεί μόνο παρεμβάσεις εκσυγχρονισμού, όπως η ηλεκτροκίνηση, η σηματοδότηση και η πυκνότητα των δρομολογίων. Στις αρχές του 2026, κυβερνητικές απαντήσεις στη Βουλή επιβεβαίωναν ότι η ηλεκτροκίνηση στο τμήμα Πλατύ - Έδεσσα προβλεπόταν στο πρόγραμμα «Μεταφορές 2021 - 2027». Παρ' όλα αυτά, κατά την αναθεώρηση του ίδιου προγράμματος τον Φεβρουάριο, το έργο αφαιρέθηκε πλήρως από τον προγραμματισμό, αφήνοντας τη γραμμή Θεσσαλονίκη - Έδεσσα με μόλις τρία ζεύγη δρομολογίων την ημέρα, μια εικόνα που απέχει ουσιωδώς από τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου προαστιακού δικτύου.
Τα παραπάνω ζητήματα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη το περιβάλλον εντός του οποίου εξελίχθηκαν. Η διαχείριση των δημόσιων πολιτικών κατά την τελευταία επταετία πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες μοναδικές για τη μεταπολεμική πορεία της χώρας, με την ταυτόχρονη αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, του νέου ΕΣΠΑ και με δυνατότητες δανεισμού υπό ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους. Παρά την ύπαρξη αυτών των ισχυρών ευρωπαϊκών και δημοσιονομικών εργαλείων, ο απολογισμός για τα δύο βασικά αναπτυξιακά έργα της Ημαθίας περιορίζεται σε μελέτες που μετατίθενται διαρκώς στο μέλλον και σε σχεδιασμούς που τελικά ακυρώνονται.
Καθώς ο κύκλος του Ταμείου Ανάκαμψης ολοκληρώνεται, αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα στρατηγικής φύσης: εφόσον τα έργα αυτά δεν κατέστη δυνατό να υλοποιηθούν εν μέσω της μεγαλύτερης δημοσιονομικής ευελιξίας των τελευταίων ετών, ποιο είναι το ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους σε μια περίοδο με πιο περιορισμένους πόρους;
Η απάντηση δεν θέλει πολλή σκέψη. Αν η Νέα Δημοκρατία κερδίσει ξανά, η Ημαθία θα συνεχίσει να χάνει.
Και τώρα, λίγο πριν από τις εκλογές, εμφανίζονται κυβερνητικά στελέχη να βαυκαλίζονται ότι θα «πιέσουν», ότι θα τα «δρομολογήσουν» στην τρίτη τετραετία. Όσα δεν έκαναν σε δύο θητείες, με τις ευνοϊκότερες συνθήκες που γνώρισε ποτέ ο τόπος, υπόσχονται να τα κάνουν σε μια τρίτη. Αυτή είναι η «αξιοπιστία» τους.
Η πραγματική ανάπτυξη προϋποθέτει περιφερειακή ισορροπία, κοινωνική συνοχή και θεσμική συνέπεια. Η αντιμετώπιση των χρόνιων ελλειμμάτων στις υποδομές της περιφέρειας απαιτεί μια κυβέρνηση με διαφορετικές προτεραιότητες και ορθή ιεράρχηση, ώστε τα στρατηγικά έργα που σχεδιάστηκαν στις αρχές του αιώνα να μην παραμένουν επί δεκαετίες στα συρτάρια, αλλά να μετατρέπονται σε πράξη.
Αντώνης Μαρκούλης
Αν. Γραμματέας Τομέα Δικαιοσύνης ΠΑΣΟΚ