Η εορτή των Πολιούχων του Νησίου Ημαθίας, των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, συγκέντρωσε πλήθος πιστών το απόγευμα της Τετάρτης 1 Ιουλίου 2026, σε μία ατμόσφαιρα βαθιάς ευλάβειας.
Στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων τελέστηκε ο Πανηγυρικός Εσπερινός, χοροστατούντος του ιερού κλήρου, ενώ ακολούθησε η καθιερωμένη Ιερά Λιτανεία και η περιφορά της θαυματουργής εικόνας των Αγίων στους δρόμους του χωριού. Πλήθος κατοίκων και επισκεπτών συμμετείχαν με σεβασμό στη λιτανευτική πομπή, συνοδεύοντας την εικόνα των προστατών του Νησίου.
Η παρουσία των πιστών επιβεβαίωσε για ακόμη μία χρονιά τη βαθιά σχέση της κοινωνίας με τους Αγίους Αναργύρους, οι οποίοι αποτελούν πηγή ελπίδας και παρηγοριάς για όσους προστρέχουν στη χάρη τους.
Οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός συγκαταλέγονται στους πλέον αγαπητούς αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Υπήρξαν ιατροί στο επάγγελμα και αφιέρωσαν τη ζωή τους στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους χωρίς να ζητούν καμία αμοιβή. Για τον λόγο αυτό ονομάστηκαν «Ανάργυροι», καθώς θεράπευαν δωρεάν.
Η δράση τους προκάλεσε τη συκοφαντία και τις διώξεις της εποχής. Όταν οδηγήθηκαν ενώπιον του αυτοκράτορα Καρίνου με την κατηγορία ότι επιτελούσαν τα θαύματά τους μέσω μαγείας, όχι μόνο δεν αρνήθηκαν την πίστη τους, αλλά με τη δύναμη της προσευχής θεράπευσαν τον ίδιο τον αυτοκράτορα από σοβαρή παραμόρφωση του προσώπου του. Το θαύμα αυτό οδήγησε πολλούς παρευρισκόμενους στη χριστιανική πίστη, ενώ και ο ίδιος ο Καρίνος τους απέδωσε μεγάλες τιμές και τους άφησε ελεύθερους.
Οι διώξεις που υπέστησαν οι Άγιοι Ανάργυροι αποτελούν μια διαχρονική υπενθύμιση ότι όσοι υπηρετούν με ανιδιοτέλεια το κοινό καλό δεν γίνονται πάντοτε αποδεκτοί. Ακόμη και στις μέρες μας, άνθρωποι που εργάζονται με αγάπη και προσφορά για τον συνάνθρωπο και τον τόπο μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με εκδικητικότητα και άδικες επιθέσεις. Ας έχουμε, λοιπόν, τα μάτια μας ανοιχτά χωρίς να αφήνουμε τη συκοφαντία και τα συμφέροντα να αλλοιώνουν την ιστορία και την κρίση μας.
Κα του χρόνου με υγεία!
Επιμέλεια άρθρου: Έφη Στεφ. Καραγιάννη