Η ΠΥΡΠΟΛΗΣΗ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ γράφει ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΓΙΟΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

22 Μαρ 2015

   

Ο Μακεδονικός αγώνας ένας ιδιότυπος πόλεμος  εντάσσεται στις αγωνιώδεις  προσπάθειες  του  Ελληνισμού σε όλη τη διάρκεια του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα να αποτινάξει τον Οθωμανικό ζυγό και να ενσωματώσει τη Μακεδονία  στο  ελεύθερο Ελληνικό κράτος.

 

  Δυστυχώς η Μακεδονία δεν εντάχθηκε στον εθνικό κορμό και υποχρεώθηκε να διεξαγάγει έναν διμέτωπο αγώνα τόσο ενάντια στον Τούρκο κατακτητή όσο και εναντίον του Βούλγαρου διεκδικητή .
  Ο πολύπαθος χώρος της Μακεδονίας όμως  είχε και άλλους διεκδικητές και θα δούμε ποιους.
   Η θεωρία για τη μεσσιανική αποστολή της Ρωσίας πρέπει να αναζητηθεί στην παράδοση της Τρίτης Ρώμης, η οποία δημιουργήθηκε από ορθόδοξους κληρικούς μετά την ενωτική Σύνοδο της Φλωρεντίας (1439) και προπάντων ύστερα από τον γάμο του τσάρου Ιβάν Γ΄ (1462-1505} με τη Σοφία Παλαιολογίνα, την ανηψιά του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
     Έτσι ο ομόδοξη Ρωσία καθώς δεν μπορεί άμεσα να κατέβει στο Αιγαίο (λόγω της αντίδρασης της Αγγλίας και της Γαλλίας)στρέφεται προς τους σλαβικούς λαούς και εγκαινιάζει το πανσλαβιστικό κίνημα.
      Οι πρώτες επιτυχίες προς τη κατεύθυνση του εναγκαλισμού των άλλων λαών παρατηρούνται μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1854-56), Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της κίνησης ήταν η ίδρυση τo 1870  και με την έγκριση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας της εξαρχίας.


    Η  αυτοκέφαλη βουλγαρική εκκλησία είχε  έδρα του ΄Εξαρχου (βουλγάρου πατριάρχη) επίσης την Κωνσταντινούπολη. (Προηγήθηκε η ανακήρυξη του αυτοκέφαλου της Ελληνικής Εκκλησίας από Πατριαρχείο στην δεκαετία του 1830.)
  Η αναγνώριση έδινε το  δικαίωμα στην νέα Εκκλησία, εφόσον είχε στο εκκλησίασμα την πλειοψηφία των 2/3, να ιδρύσει Μητρόπολη, εάν είχε δε το 1/3, τουλάχιστον, να κατέχει μια εκκλησία.Το 1872 το Οικουμενικό Πατριαρχείο συγκάλεσε Σύνοδο όπου κήρυξε την Βουλγαρική Εξαρχία σχισματική.
  Στην Μεγάλη Σύνοδο που συγκλήθηκε από τον Πατριάρχη Άνθιμο τον ΣΤ΄ στον πατριαρχικό ναό παρουσία όλων των πρώην Οικουμενικών Πατριαρχών, καθώς και των Πατριαρχών Αλεξανδρείας και Αντιοχείας και του Αρχιεπισκόπου Κύπρου καταδικαζόταν ο εθνοφυλετισμός.
Ο <<όρος>> της Συνόδου <<αποκηρύττει, κατακρίνει και καταδικάζει τον φυλετισμόν, τουτέστι τας φυλετικάς διακρίσεις και τας εθνικάς έρεις και διχοστασίας εν τη του Χριστού. Εκκκλησία…τους δε παραδεχομένους τον τοιούτον φυλετισμόν κηρύττει αλλοτρίους της εκκλησίας και σχιματικούς>>.
Επί πλέον αφόρισε τον Βούλγαρο  Έξαρχο Ιωσήφ ως αιρετικόν ο οποίος όμως παρά τον αφορισμό του επεξέτεινε την επιρροή της Εξαρχίας.
Ουσιαστικά ο Μακεδονικός αγώνας είχε αρχίσει.


  Ο Μακεδονικός Αγώνας βέβαια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «πόλεμος» με τη στενή έννοια του όρου.  Ήταν ένας ανορθόδοξος -ιδιότυπος-πόλεμος που διήρκεσε περίπου 4 χρόνια (1904-1908) και διεξήχθη στη Μακεδονία μεταξύ κυρίως ελληνικών και βουλγαρικών ενόπλων σωμάτων, ακόμα και Σέρβων και Ρουμάνων, από τη στιγμή που έγινε αντιληπτό ότι η σημαντική αυτή επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα ήταν η επόμενη εδαφική απώλεια του Μεγάλου Ασθενούς.  Κατά τη διάρκειά του δεν έγινε καμιά ανοιχτή μάχη Ελληνικών  – Βουλγάρικών στρατευμάτων και ούτε υπήρξε επίσημη κήρυξη πολέμου από τη μια χώρα στην άλλη.(αυτό θα γίνει το 1913).
 Για να κατανοήσουμε καλύτερα τα γεγονότα ,θα πρέπει να εξετάσουμε ορισμένα ιστορικοπολιτικά, πολιτισμικά ,γεωγραφικά στοιχεία της περιοχής τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.  
   Τον μακεδονικό αγώνα τον γέννησαν δύο άλλοι πόλεμοι. Ο Ρωσοτουρκικός του 1877 – 1878 με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που γέννησε και εξέθρεψε τον Βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό και ο Ελληνοτουρκικός του 1897 με την άδοξη ήττα και τη γενική αποκαρδίωση, που παγίωσε την άποψη για την αδυναμία της Ελλάδας να διεκδικήσει τη Μακεδονία. .
   
     Διοικητικά η Μακεδονία ήταν χωρισμένη κατά την Τουρκοκρατία στα τρία «προβληματικά βιλαέτια» Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, Σκοπίων. Στο μοναστήρι που ήταν η έδρα του 3ου σώματος στρατού οι Τούρκοι είχαν 10.000 άνδρες και 100 κανόνια. Τη δεκαετία λοιπόν του 1860 με αιχμή το εκκλησιαστικό ζήτημα ξεσπά η Ελληνοβουλγαρική διαμάχη.  Μέσω της Εξαρχίας επιδιώκεται η εκκλησιαστική χειραφέτηση του Βουλγαρικού λαού που θα οδηγήσει στην ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία όπως έγινε το 1885 με την Ανατολική Ρωμυλία. Ακολούθως το 1895 ιδρύθηκε στη Σόφια η Βιρχόβεν κομιτέτ (γνωστότερη ως Κομιτάτο). Είναι οι Βερχοβιστές που επιδιώκουν ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Είχε βέβαια προηγηθεί η ίδρυση  στις 23 Οκτωβρίου 1893 στη Θεσσαλονίκη οργάνωσης με το ελκυστικό σύνθημα «η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Είναι οι Τσεντραλιστές που επιδιώκουν αυτονομία της Μακεδονίας . Τελικά οι δύο αυτές οργανώσεις θα ιδρύσουν την  Β.Μ.Ρ.Ο.που θα  αναλάβει δράση και θα  δημιουργήσει ένα  πυκνό δικτύου οπαδών- στελεχών ,πρακτόρων σε κάθε χωριό και βεβαίως στρατιωτικών τμημάτων κρούσης .     
    Έτσι οι ομάδες αυτές των κομιτατζήδων ξεκίνησαν ένα όργιο διώξεων κατά των Ελληνόφωνων ,Σλαβόφωνων και Βλαχόφωνων κατοίκων της Μακεδονίας.Τα θύματα ήταν κυρίως Ιερείς, Δάσκαλοι, Επιστήμονες, Προύχοντες και οικονομικοί παράγοντες. Ο στόχος ήταν απλός και συνάμα πολύ κυνικός. Ο προσηλυτισμός στη Βουλγαρική Εξαρχία και η ενσωμάτωση των εδαφών της Μακεδονίας στη Βουλγαρία.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ


    Η μοναδική ως τότε Ελληνική αντίδραση προήλθε από το οικουμενικό Πατριαρχείο –όπου δέσποζε ο φωτισμένος Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’- με το διορισμό νέων ,μορφωμένων, δραστήριων και ικανών ιεραρχών στην περιοχή. Μεταξύ αυτών ήταν ο Χρυσόστομος Καλαφάτης στη Δράμα (ο μετέπειτα εθνομάρτυρας Χρυσόστομος Σμύρνης) ,ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, ο Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι, ο Στέφανος Δανιηλίδης στα βοδενά (Έδεσσα),
      Ευτυχώς στις αρχές του 20ου και μετά την εξέγερση του Ιλιντεν το ελληνικό κράτος αποφάσισε να ερευνήσει τις συνθήκες και να βρεί αυτά που ένωναν τους πατριαρχικούς Σλαβόφωνους Μακεδόνες με τον Ελληνισμό. Πράγματι ξεκίνησε για την Μακεδονία μια τετραμελής επιτροπή αξιωματικών αποτελούμενη από τους λοχαγούς Κοντούλη Παπούλα ,τον υπολοχαγό Κολοκοτρώνη και τον ανθυπολοχαγό Παύλο Μελά και αφού περιόδευσε στη Μακεδονία συνέταξε έκθεση  στην οποία  συνιστούσε τον εξοπλισμό ντόπιων σωμάτων, ανάμικτο με άνδρες από την ελεύθερη Ελλάδα για αποτελεσματικότερη δράση κατά τού εχθρού.
 Έτσι δημιουργείται  το «Μακεδονικό κομιτάτο» με πρόεδρο την Δημήτριο Καλαποθάκη και η οργάνωση που κατευθύνονταν από το Ελληνικό Προξενείο από τον Λάμπρο Κορομηλά. Οι  γραπτές οδηγίες προς τους Μακεδονομάχους αναφέρουν. «Αμύνεσθαι υπέρ των πληθυσμών και προστατεύεται αυτούς . Επαναφέρετε εις την Ορθοδοξίαν ,εάν απεσχήσθησαν αυτής διά της βίας. Τιμωρείστε τους δολοφόνους και τους προδότας.»
Έτσι έρχονται αξιωματικοί που περνούν με ψευδώνυμα στη Μακεδονία για να οργανώσουν και να στηρίξουν τον αγώνα,(Μαζαράκης ,Κάκκαβος, Αβράσογλου κ.α.)              
   .    Σε λίγο ένοπλα σώματα άρχισαν να καταφτάνουν στη Μακεδονία με σκοπό την προστασία του πληθυσμού και την ενίσχυση του ηθικού του. Τα σώματα αυτά συνειδητοποίησαν σύντομα πως χωρίς τη συνδρομή των ντόπιων κατοίκων ήταν αδύνατο να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους. Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται οι «εθνικές επιτροπές» στα χωριά οι οποίες ήταν ολιγομελείς και στις οποίες στρατεύονταν Δάσκαλοι, Ιερείς , Πρόκριτοι και Γιατροί  δηλαδή τα παραδοσιακά στηρίγματα του Ελληνισμού της Μακεδονίας  .Ιδιαίτερα στην περιοχή της κεντρικής Μακεδονίας ,στο Ρουμλούκι οι ντόπιοι οπλαρχηγοί και οι εθελοντές έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στις επιχειρήσεις    
      .Εδώ εντάσσονται όλοι εκείνοι οι αφανείς ήρωες και ηρωίδες αγρότες ,ψαράδες, ιερείς, δάσκαλοι, γυναίκες, παιδιά που με κίνδυνο της ζωής τους συνετέλεσαν να γείρει η πλάστιγγα προς το μέρος των ελληνικών όπλων. Υπάρχουν μαρτυρίες για πολλούς ανθρώπους αυτής της κατηγορίας που όμως δεν έχουν την επίσημη αναγνώριση.
Ο ΒΑΛΤΟΣ

 


Μία από τις σημαντικές πτυχές του Μακεδονικού Αγώνα κατά το 1906 και κυρίως μετά, κατέστη η μάχη για τον έλεγχο της λίμνης των Γιαννιτσών ή «Βάλτο» όπως την έλεγαν οι αντάρτες και οι ντόπιοι. Ο βάλτος των Γιαννιτσών ήταν μια μεγάλη έκταση στον κάμπο της Θεσσαλονίκης ,που ανήκε στην Τουρκική αυτοκρατορία αλλά δεν βρισκόταν υπό Τουρκική εξουσία. Ήταν ένα ανεξάρτητο βασίλειο νερών, βδέλλας, κουνουπιών και μια άγρια ζούγκλα καλαμιών.
     Η Πηνελόπη Δέλτα περιγράφει ιδιαίτερα γλαφυρά και ρεαλιστικά στο αριστούργημά της «Στα μυστικά του Βάλτου» την λίμνη και την περιοχή γύρω της. Δηλαδή τον τόπο μας. «……η Λίμνη ήταν αρκετά κατοικημένη ,όχι μόνιμα ,αλλά από χωρικούς που από τα περίχωρα έμπαιναν στα νερά της για ψάρι, κυνήγι ή για να κόψουν καλάμια και ιδίως ραγάζι, ένα χόρτο που φύτρωνε στο Βάλτο και με το οποίο σκέπαζαν τις στέγες των σπιτιών, γέμιζαν τα σαμάρια ,έπλεκαν ψάθες για το πάτωμα και άλλα. Επίσης η λίμνη έβριθε από βδέλλες και οι χωρικοί τις πουλούσαν στο εξωτερικό…..»

    Απελπιστική φαίνεται πως ήταν όχι μόνο η εικόνα ,αλλά και η κάθε στίγμή στα απέραντα και ελώδη εκείνα  μέρη. « γράφει ο Ναύαρχος Δεμέστιχας. Βαδίζομεν ήδη εις έδαφος υλώδες , τούτο δε επαυξάνει ακόμη περισσότερον την απελπισίαν ημων , σκεπτομένω ότι εις τον απέραντον εκείνον Βάλτον παρουσιαζόμενον την ώραν εκείνην , της σωματικής εξαντλήσεως και των πρώτων εντυπώσεων , ως απέραντον έκτασιν ερημίας και θανάτου , επρόκειτο να εισέλθωμεν και εγκατασταθώμεν επί μακρόν και ίσως δια παντός».
Ανυπόφορη ήταν η υγρασία στο βάλτο.  Έφτανε μέχρι το κόκαλο και μούδιαζε όλο το κορμί. Ο Δεμέστιχας γράφει πως « οι δηλητηριώδεις και υγραί απόπνοιαι του Βάλτου , αισθητότεροι και διαπεράστικότεροι την ώραν εκείνην , μας έκαναν να αντιληφθώμεν καλύτερα εις ποιον κόσμον κολάσεως και θανάτου έζωμεν από επτά ετών και πλέον μηνών.
     Το κύριο επιχειρησιακό μέσο ήταν η «πλάβα» ,βάρκα χωρίς καρίνα που είχε ένα κουπί που το έλεγαν πλακίδι. Οι άνδρες ζούσαν στις καλύβες που ήταν κατασκευασμένες στα αβαθή. Ένα πάτωμα από καλάμι και χώμα πάνω σε πασσάλους με μια χαμηλή καλαμένια σκεπή για να μην φαίνεται από μακριά και ένα προστατευτικό περιτείχισμα από λάσπη σχημάτιζαν το οχυρό.
      Ο πρώτος οπλαρχηγός που μπήκε στο βάλτο για να προστατέψει τους ψαράδες από την τρομοκρατία των κομιτατζήδων ήταν ο Τζόλας Περήφανος από το Γιδά με ολιγομελές  σώμα από ντόπιους. Σίγουρα κάποιοι από τους πρωτοπόρους ήταν οι πρόγονοί σας.
   Μετά ακολούθησε ο Θεοχάρης Κούγκας από το Γιδά κι αυτός. Γιδιώτες και Ρουμλουκιώτες ήταν τα παλικάρια του.
     Ο καπετάν Αποστόλης Ματόπουλος , ο Παπαντώνης Μοσχόπουλος ,ο Κουκουλούδης  ο Τολιόπουλος , ο Πρόιος, ο Μπαντής , ο Βασίλης Κουζιώρτης , τα δυό ετεροθαλή αδέρφια Καπετάν Σκοτίδας και Δημήτρης Κατσάμπας παλικάρια από το Γιδά και το Ρουμλόυκι  αλλά και από το Νησί όπως θα αναφερθεί από τον επόμενο ομιλητή στρατεύτηκαν σ’αυτόν τον σκληρό αγώνα που κρίνονταν η επιβίωση του Ελληνισμού στη Μακεδονία. Κοντά σ’ αυτούς άπειροι ανώνυμοι αγωνιστές και αγωνίστριες πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες.
      Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που μπαίνει στο βάλτο είναι ο Κωνσταντίνος Μπουκουβάλας και ακολουθούν ο Δεμέστιχας , ο Παπατζανετέας ο Σάρρος και φυσικά ο ιδανικός ήρωας καπετάν Άγρας (Τέλλος Αγαπηνός). Σημαντικότατη είναι η προσφορά του καπετάν Γκόνου σλαβόφωνου από τα Γιαννιτσά που σκοτώθηκε από τους Τούρκους στη σκάλα του Νησιού λίγο πριν ξαναμπεί στον βάλτο.
   Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στους πολλούς πως  στην περιοχή μας υπάρχει ένα χωριό που
Υπέστη την εκδικητική μανία των Βούλγαρων κομιτατζήδων. Είναι το χωριό σας, είναι το Νησί Ημαθίας.
    Θα ήθελα λοιπόν εδώ να αναφέρω επιγραμματικά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν το βράδυ της 14ης προς 15η Μαρτίου 1906 στο Nησί, που είχαν σαν αποτέλεσμα την πυρπόληση του χωριού και τον θάνατο αθώων Ελλήνων.
   Το Νησί συμμετείχε ενεργά στον Μακεδονικό Αγώνα, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες τόσο με τους χωρικούς του όσο και με τους καλόγερους της Μονής των Αγίων Αναργύρων .Ήταν από τις ασφαλέστερες και οι σημαντικότερες βάσεις των Ελλήνων ανταρτών. Από το Νησί πέρασαν αλλά και φιλοξενήθηκαν οι περισσότερες μορφές του Μακεδονικού Αγώνα Παπατζανετέας , Δεμέστιχας ,Σταυρόπουλος , Άγρας, Αναγνωστάκος.
    Και αυτός ο μετέπειτα θρυλικός «μαύρος καβαλλάρης» Νικόλαος Πλαστήρας πολέμησε στο «Βάλτο» στο σώμα του καπετάν Αγραφιώτη και ίσως πέρασε και έμεινε στο χωριό.  Η ενεργός αυτή συμμετοχή του, σε συνδυασμό με την παραλίμνια θέση του, ήταν η αιτία που υπήρξε στόχος των κομιτατζήδων οι οποίοι  με αρχηγούς τους αδίστακτους Αποστόλ , Ζλατάν, Λούκα, Καρατάσο, Στέργιο Βλάχο  τρομοκρατούσαν τους κατοίκους των παραπάνω χωριών, οι οποίοι έπαψαν να  μπαίνουν άφοβα στη λίμνη για ψάρεμα και για το κόψιμο ραγαζιού και ρακίτας.
 
     Στις αρχές του Μάρτη λοιπόν τα ελληνικά σώματα χτύπησαν τα εξαρχικά χωριά Γκόλο Σελο (Γυμνά) ,Αγια Μαρίνα και Γκολέσανη(Λευκάδια) για να τιμωρήσουν πράκτορες των Βουλγάρων, έτσι εκείνο το βράδυ για αντίποινα οι κομιτατζήδες με πενήντα. πέντε άνδρες και με μπουκάλια μπύρας που προμηθεύτηκαν από τη Βέροια γεμάτα πετρέλαιο και κηροζίνη (όπως οι ίδιοι ομολογούν) μπήκαν στο χωριό και το πυρπόλησαν . Επικράτησε πανικός και όπως είναι φυσικό ο καθένας προσπαθούσε να προστατέψει την οικογένεια και την περιουσία του .Κάηκαν 27 σπίτια (κατά τον Γκόνο) , έγιναν ανυπολόγιστες ζημιές και πολλοί χωρικοί έχασαν τα ζώα τους τα οποία είτε κάηκαν είτε σκοτώθηκαν . Το τραγικότερο γεγονός είναι ο χαμός του εξάχρονου Θωμά Σπανού ,αλλά και του Κωνσταντίνου Σπανού τους οποίους σκότωσαν οι Βούλγαροι (ο θάνατός τους αναφέρεται στο βιβλίο της ΔΙΣ «ο μακ. Αγώνας και τα εις Θράκην γεγονότα στη σελ. 405). Η γρήγορη επέμβαση των ελληνικών σωμάτων ανάγκασε τους επιδρομείς να αποσυρθούν και να αποφύγει το χωριό τα χειρότερα.
      Ας δούμε λοιπόν πως περιγράφει τα γεγονότα μέσα από τα απομνημονεύματά του ο Έλληνας οπλαρχηγός της περιοχής, ο Γιαννιτσιώτης Καπετάν  Γκόνος Γιώτας, «Την 12ην Φεβρουαρίου 1906 (προφανώς κάνει λάθος στον μήνα, καθώς ήταν Μάρτιος) οδηγήσας τον αρχηγόν μεθ’ ολοκλήρου του σώματος εις Γκόλο – Σέλο, όπως συλλάβωμεν τον τόσας ζημίας ημίν προσενεγκόντα Διονύσιον Τσέκρελην, επετέθημεν κατά του χωριού. ……Προς κατάπαυσιν του πανικού συνάμα δε και αντεκδίκησιν του πανικού συνεννοηθέντες οι δύο βούλγαροι αρχηγοί Λούκας και Αποστόλ την επομένην της πραξεώς μας επικεφαλής 110 ανδρών επετέθησαν εναντίον του ημετέρου χωρίου Νησί και προέλαβον να κατακαύσωσιν 27 οικίας εν αυτώ, οπότε καταφθάσας ο Ματαπάς (Αναγνωστάκος) συνεπλάκη μετ’ αυτών φονεύσας δύο». (Γκόνου Γιώτα: Περιληπτική έκθεσις των ενεργειών μου.
     Όμως  θα ήθελα εδώ  να αναφέρω κάποια από τα στοιχεία που συγκέντρωσα κατά την έρευνα που πραγματοποίησα για τη συγγραφή της πτυχιακής μου εργασίας με θέμα Ρουμλούκι. Ιστορία –Λαογραφία –συμμετοχή στο Μακεδονικό αγώνα.Κατά την έρευνα λοιπόν αυτή έπεσε στα χέρια μου ένα  σύγγραμμα που υπογράφει  ο Αμερικανός δημοσιογράφος Αλμπερτ Σόνισεν.  Ο τίτλος του βιβλίου είναι:»ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΑ ΑΝΤΑΡΤΗ» από τις εκδόσεις Πετσίβα.Η αρχική έκδοση έγινε από τον Σόνισεν το 1909.
 Ο Α. Σονισεν επισκέφθηκε τη Μακεδονία την άνοιξη του 1906 ως πολεμικός ανταποκριτής και ακολουθώντας τις συμμορίες επισκέφθηκε κάθε πόλη, χωριό και βουνό στις ταλαιπωρημένες από τις ταραχές περιοχές της Μακεδονίας.
   Τις ταραγμένες λοιπόν ημέρες του Μάρτη του 1906 ο Σόνισεν  ζούσε μαζί με τους κομιτατζήδες και έκανε το ρεπορτάζ της εποχής στο οποίο αναφέρονται οι εξής κατ’ εμέ αποδείξεις για το σημαντικότατο ρόλο του νησιού στο Μακεδονικό αγώνα.
Γράφει ο Σόνισεν «Με βάση το ημερολόγιό μου διαπιστώνω ότι τα γεγονότα άρχισαν στις 10 Μαρτίου.  
«γίνεται μάχη στη Morenova (Aγία Μαρίνα)» φώναξε κάποιος……Αρχίσαμε να τρέχουμε πηδώντας χαντάκια και φράχτες…… Μπήκαμε βιαστικά στο χωριό, οπλισμένοι χωρικοί μαζεύτηκαν γύρω μας . Η σύγκρουση κράτησε περίπου μισή ώρα … οι χωρικοί σκότωσαν πέντε από δαύτους… Ο Λούκα ήταν πολύ σκεφτικός …..Αυτό δεν είναι μάχη είπε …ας το αφήσουμε στους Ελληνες και τους Βαζιβουζούκους.
Αλλά …πρόσθεσε άλλη μια επίθεση αν κάνουν μετά θα είναι η σειρά μας.
 Το ίδιο βράδυ ξυπνήσαμε από τις κραυγές του φρουρού μας ….η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τη βόμβα που είχε πέσει… οι φλόγες που διακρίνονταν από το δέντρο του φρουρού μας σε λίγο έσβησαν… δεν έγινε μεγάλη συμπλοκή … είχαν δει τις πλάβες τους να φεύγουν προς τα νότια του Νησιού…. (επρόκειτο για την μάχη στο Γκόλο σέλο –Γυμνά)
   Μετά την επίθεση στο Γκόλο Σέλο οι Κομιτατζήδες προτείνουν στον αρχηγό τους την αντεκδίκηση. Εκείνος απαντά:

   «Ναι είπε  θα το κάνω. Ο Ακρίτας και οι δικοί του κρύβονται στους βάλτους κάτω ακριβώς από το Ελληνικό χωριό Νησί. Από το Νησί προμηθεύονται και ταχυδρόμους και οδηγούς . Αν κάψουμε το Νησί θα φύγουν και ίσως τους πετύχουμε σε κανένα ξέφωτο.»
 
    Έφτασαν στο χωριό αργά το βράδυ και ακροβολίστηκαν περιμένοντας το σύνθημα:
      Ξαφνικά η καρδιά μου χοροπήδησε. Μια κόκκινη μπάλα γλίστρησε στον τοίχο ενός σπιτιού. Μια λάμψη και γλώσσες φωτιάς απλώθηκαν γρήγορα στον ουρανό. Αν υπήρχαν κραυγές ανθρώπων δεν με άφηναν να τις ακούσω τα γαβγίσματα των σκυλιών. Και αμέσως μετά ακούστηκαν τρεις ριπές από Μάνλιχερ.
Άλλο ένα σπίτι καιγόταν στο κάτω μέρος του χωριού, ενώ το πρώτο ήδη κατέρρεε. Παρακολουθούσαμε τις φλόγες και το βρυχηθμό της φωτιάς. Παντού μαύρες φιγούρες έτρεχαν πάνω κάτω. Πιο πολλά σπίτια καίγονταν τώρα. Σ’ ένα απ’ αυτά ακούστηκαν πυροβολισμοί από τα παλικάρια του καπετάν Κώστα.

     Πού είναι; Γιατί δεν έρχονται; Ο Τουρκικός στρατός είναι εδώ, πάνω απ’ τα κεφάλια μας».
«Δεν είναι στρατός», φώναξε ο Αντόν, που στεκόταν δίπλα μου, «είναι οι Έλληνες αντάρτες». Σκύψαμε γρήγορα και κοιτάξαμε το δρόμο. Ο καπετάν Κώστας είχε καταφθάσει.»
Δεν ήταν βέβαια ο Καπετάν Ακρίτας αλλά ο Μιχάλης Αναγνωστάκος ( ο Καπετάν Ματαπάς που είχε έδρα την καλύβα της Τριχοβίστας). Μετά από σύντομη σύγκρουση οι Βούλγαροι υποχωρούν ,μπαίνουν στις πλάβες μαζί με τον Αμερικανό δημοσιογράφο και χάνονται στα καλάμια της λίμνης.
 Ο Σόνισεν αργότερα κάνει τον απολογισμό της επιχείρησης:
«Η αλήθεια ήταν πως τριάντα από τα σπίτια του χωριού είχαν καεί εντελώς και το επόμενο πρωί οι στρατιώτες βρήκαν στα χωράφια έξι νεκρούς. Ο ένας ήταν ο Αλβανός υπηρέτης που νόμιζε πως το χωριό είχε καταληφθεί από βαζιβουζούκους και βγήκε έξω φωνάζοντας πως είναι Μουσουλμάνος . Κάποιοι άνδρες του Αποστόλ (πρόκειται για τον περίφημο Αποστόλ Πέτκωφ) έχασαν την ψυχραιμία τους και τον σκότωσαν. Ο άλλος νεκρός ήταν ένα νεαρό αγόρι δεκάξι χρονών, που χτυπήθηκε από αδέσποτη σφαίρα, ενώ ένας τρίτος πυροβολήθηκε από τους άντρες του Λούκα,όταν αυτοί τον αναγνώρισαν σαν παλιό καταδότη των παρακείμενων στη Σλάνιτσα χωριών » ( Φαίνεται πως ο συγκεκριμένος είχε στοχοποιηθεί καθώς συμμετείχε στην τοπική επιτροπή του Μ. αγώνα). «Οι άλλοι ήταν αναμφίβολα άνδρες του Καπετάν Κώστα» . Οι πληροφορίες του βέβαια ελέγχονται.
Το ολοκαύτωμα του Νησιού είναι μια πραγματικότητα,   οι κάτοικοι του χωριού πλήρωσαν την αφοσίωση τους στον Ελληνισμό και στο Πατριαρχείο. Τα καινούργια αυτά στοιχεία  από την πλευρά των Βουλγάρων πιστοποιούν αναμφίβολα το μέγεθος της καταστροφής του χωριού  και τον ηρωισμό των κατοίκων του Ρουμλουκιού
     Ευτυχώς τα υπόλοιπα χωριά του Ρουμλουκιού δεν υπέστησαν αντίστοιχες καταστροφές είτε γιατί ήταν μακριά από τα κρησφύγετα των κομιτατζήδων , είτε γιατί τα Ελληνικά σώματα τα προστάτευαν επαρκώς
     Η περιοχή του Ρουμλουκιού , τα χωριά μας , ο τόπος μας συνέχισαν να αποτελούν τις ασφαλέστερες βάσεις του Ελληνισμού. Πολλά από τα γεγονότα που περιγράφονται εξιδανικευμένα στα «μυστικά του Βάλτου» από την Πηνελόπη Δέλτα ίσως έγιναν κάπου εδώ. Έτσι  με την παλικαριά των αγωνιστών και την ασίγαστη προσφορά των κατοίκων η πλάστιγγα έγειρε αποφασιστικά προς το μέρος των Ελληνικών όπλων  ώσπου στις 24 Ιουλίου του 1908  ο Σουλτάνος μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων    επανέφερε σε ισχύ  το Σύνταγμα του 1876  
 Πράξη που έμεινε γνωστή ως «Χουριέτ» και που αποτέλεσε την επίσημη  (και προσωρινή) λήξη του μακεδονικού αγώνα.
 Η αποκατάσταση της ελευθερίας της Μακεδονίας και η ενσωμάτωσή της στη μητέρα πατρίδα θα γίνει κατά τους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους του 1912- 13
   Αιώνια τιμή και δόξα σ’ όλους αυτούς που αγωνίστηκαν για την ελευθερία της Μακεδονίας μας.


Σας ευχαριστώ.

Γρηγόρης Γιοβανόπουλος
Δάσκαλος

Alexandriamou.gr
Δημοσιογραφική Ενημερωτική Ηλεκτρονική Εφημερίδα
Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας